Sunday, 11 April 2021

Το νούμερο 8 δεν μένει πια εδώ (τέλος εποχής)

Αντίθετα με την ανθρώπινη επικοινωνία που μπορεί να παίρνει πολλές μορφές, η επικοινωνία ανάμεσα σε μηχανές έχει πάντα μια μορφή - αυτήν του ταχυδρομείου.
 
Μπορεί η διαδικασία να γίνεται σε κλάσματα του δευτερολέπτου, δεν παύει όμως να είναι ανάλογη του ταχυδρομείου. 
Μια μηχανή (ο αποστολέας) γράφει ένα γράμμα, το βάζει σε έναν φάκελο, βάζει μια διεύθυνση επάνω στον φάκελο και ρίχνει τον φάκελο στο γραμματοκιβώτιο (δηλαδή τον ρουτερ). Άλλες μηχανές (οι ρούτερ - ταχυδρόμοι) διαβάζουν την διεύθυνση που έχει ο φάκελος και προωθούν το γράμμα κατάλληλα. Ο τελευταίος ταχυδρόμος-ρουτερ ρίχνει τον φάκελο στο γραμματοκιβώτιο της μηχανής-παραλήπτη.
Αυτό γίνεται παντού και πάντα στην επικοινωνία ανάμεσα σε μηχανές. Είτε στέλνουμε μια φωτογραφία, είτε κατεβάζουμε ένα φιλμ, είτε γράφουμε σε ένα μπλογκ είτε διαβάζουμε κάποιες ειδήσεις. Απλά γίνεται ασύλληπτα πιο γρήγορα από το κλασσικό ταχυδρομείο.
 
Οτιδήποτε διακινείται στο ίντερνετ, είτε φωτογραφία είτε φιλμ είτε κείμενο, δεν είναι παρά ένα "περιεχόμενο" που μπαίνει σε έναν φάκελο με μια διεύθυνση επάνω. Οι ταχυδρομικοί υπάλληλοι (δλδ οι ρουτερ) παραδίδουν τον φάκελο στον σωστό παραλήπτη με βάση την διεύθυνση.
 
Όλο αυτό μπορεί να φαίνεται απλό, αλλά δεν είναι - είτε μιλάμε για το κλασσικό ταχυδρομείο είτε για δίκτυα υπολογιστών. Π.χ. απαιτεί μια υποδομή ταχυδρομείων που συνεργάζονται μεταξύ τους. Αν το ταχυδρομείο (ρουτερ) της Alabama δεν συνεργάζεται με το ταχυδρομείο (ρουτερ) των Τρικάλων, ένα γράμμα από την Alabama στα Τρίκαλα δεν θα φτάσει ποτέ.
 
Οι ταχυδρομικές διευθύνσεις του παραλήπτη και του αποστολέα πρέπει υποχρεωτικά να είναι μοναδικές και παγκόσμια αναγνωρίσιμες. Αν γραψω ένα γράμμα και βάλω στον φάκελο "για την θεία μου την Μαριγώ", μπορεί να το καταλάβει ο ταχυδρόμος του χωριού μου και να το παραδώσει. Αλλά ο ταχυδρόμος της Alabama - αν φτάσει κάποτε ο φάκελος στα χέρια του - δεν θα αναγνωρίσει την διεύθυνση και θα το πετάξει.

Οι διευθύνσεις του κλασσικού ταχυδρομείου είναι λίγο πολύ δεδομένες. Ονομα παραλήπτη, δρόμος, αριθμός, ταχ. τομέας, πόλη, χώρα. Ο συνδυασμός των παραπάνω είναι μοναδικός για όλους μας - και αναγνωρίσιμος από όλους τους ταχυδρόμους. Δυνατότητα επιλογής δεν έχουμε. Δεν μπορούμε π.χ. να αποφασίσουμε για το νούμερο του ταχ. τομέα που μας αντιστοιχεί, ούτε το πως θα λέγεται η πόλη που μένουμε. Μπορούμε να μετακομίσουμε σε άλλη πόλη. Αλλά το όνομα της πόλης δεν μπορούμε να το αλλάξουμε.

Το Ιντερνετ είναι κι αυτό βασισμένο στους ίδιους κανόνες με το κλασσικό ταχυδρομείο. Χρειάζεται δλδ. διευθύνσεις που είναι α) παγκόσμια αναγνωρίσιμες και β) μοναδικές για τον κάθε αποστολέα / παραλήπτη. Οι διευθύνσεις στο Ιντερνετ έχουν την μορφή Χ.Χ.Χ.Χ, όπου το κάθε Χ είναι ένας ακέραιος αριθμός ανάμεσα στο 0 και το 255. Οι διευθύνσεις είναι οι ΙΡ (internet protocol) address.

Μια έγκυρη ΙΡ address είναι η 15.26.137.248
Μια άκυρη είναι η 15.26.137.348. Αν βάλεις αυτήν την διεύθυνση στον φάκελο σου, ο ρούτερ - ταχυδρόμος θα αρνηθεί να την παραδώσει. Για την ακρίβεια, δεν θα μπορεί να την διαβάσει καν.

Ποιός είναι όμως αυτός που αποφασίζει για τις IP addresses; Ποιος αποφασίζει ότι ο Μήτρος Καραμήτρος θα έχει την 10.10.10.10 και ο Κώστας Καρακώστας θα έχει την 20.20.20.20; Αυτό το αποφασίζουν οι πάροχοι του Μήτρου και του Κώστα. 
 
Στην τελική, δεν παίζει και κανέναν ρόλο αν η διεύθυνση που σου δίνει ο πάροχος σου είναι η 15.100.200.75 είτε ή 45.89.201.110 είτε κάποια άλλη, οποιαδήποτε. Το σημαντικό για σένα είναι ότι η διεύθυνση αυτή είναι έγκυρη και μοναδική για το άτομο σου, ώστε να μπορείς να μπαίνεις στο ίντερνετ. Η διεύθυνση από μόνη της είναι αδιάφορη.

Εκτός ............. αν είσαι το νούμερο 8 στον κατάλογο :-)

Το Ιντερνετ (ο πρόγονος του, το Arpanet) ξεκίνησε το 1969. Από την αρχή βασίζονταν στον μηχανισμό που περιγράφω πιο πάνω, δηλαδή με την αναλογία του ταχυδρομείου. Είχε όμως άλλου είδους μορφή στις διευθύνσεις. Από το 1983 και μετά άλλαξε η μορφή των διευθυνσεων στις IP address που ξέρουμε σήμερα (Χ.Χ.Χ.Χ).

Ακούγεται παράξενο, αλλά μέχρι το 1994-1996, δηλαδή ούτε 30 χρόνια πίσω, δεν ήταν καθόλου σίγουρο ότι το Ιντερνετ θα επικρατήσει στον κόσμο. Το ίντερνετ, δηλαδή ένα δίκτυο υπολογιστών που βασίζονται στο intrernet protocol και χρησιμοποιούν IP addresses, ήταν μέχρι το 1996 μόνο ΜΙΑ από τις πολλές υπάρχουσες επιλογές. 
Κάθε μεγάλη εταιρεία είχε τότε δικό της δίκτυο, παγκόσμιο. Με δική του τεχνολογία και δικές του διευθύνσεις. Οι κυβερνήσεις δεν έμεναν αμέτοχες, καθώς κάθε κράτος προωθούσε την τεχνολογία της "δικής του" εταιρείας σαν παγκόσμιο δίκτυο υπολογιστών. 
Η επικράτηση του Ιντερνετ ήταν μάλιστα αποτέλεσμα οικονομικών-πολιτικών αποφάσεων και όχι αποτέλεσμα τεχνολογικής υπεροχής.

Και φυσικά, μια IP address ήταν εντελώς διαφορετική από μια διεύθυνση SMDS, είτε DQDB ή OSI, αν και όλες έκαναν την ίδια δουλειά: τις έβαζες πάνω σε έναν φάκελο και ταυτοποιούσαν έναν παραλήπτη για να μπορέσει να πάει το γράμμα. Παρένθεση: Ενας DQDB ρούτερ ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό από έναν OSI ρουτερ και αυτός κάτι διαφορετικό από έναν ΙΡ ρούτερ. Οι "ταχυδρόμοι" δλδ δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους.

Μια άλλη ιδιαιτερότητα του Ιντερνετ ήταν το ξεκίνημα του από την πανεπιστημιακή κοινότητα. Το Ιντερνετ ήταν - αρχικά - μια υποδομή για να ανταλλάσσουν οι επιστήμονες πληροφορίες μεταξύ τους. Σαν πανεπιστημιακή υποδομή, το Ιντερνετ λειτουργούσε τότε χωρίς τα οικονομικά κριτήρια των άλλων τεχνολογιών.

Σαν "πανεπιστημιακό" δίκτυο (μιλάμε για τις εποχές πριν το 1990), το Ιντερνετ ήταν πολύ πιο φιλελεύθερο, ψιλο-αναρχικό και γενναιόδωρο προς εκείνους που το χρησιμοποιούσαν. 
 
Χρειαζόσουν π.χ. μια IP address για να επικοινωνήσεις; Κανένα πρόβλημα, μπορείς να πάρεις 255 για να κάνεις την δουλειά σου. Θα σε βάλουμε μόνο σε έναν κατάλογο για να ξέρουμε ότι αυτές οι 255 ip addresses αντιστοιχούν σε εσένα και θα σου δώσουμε και έναν αύξοντα αριθμό του καταλόγου, π.χ. το 8  :-) 
Αυτήν την συλλογή των 255 διαφορετικών ΙΡ διευθύνσεων την ονομάζουν (τεχνική ορολογία) "class C network".

Το 1990 πέρασε, πάνε τώρα 31 χρόνια. Το ίντερνετ έπαψε προ πολλού να είναι πανεπιστημιακό, φιλελεύθερο δίκτυο και έγινε ένα προιόν, μια παγκόσμια υποδομή. Μια υποδομή που μερικοί μάλιστα (εντελώς ανοήτως) θεωρούν αυτονόητη και σημαντικότατη για την ζωή τους - δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτήν.
Οι πάροχοι του Ιντερνετ είναι τεράστιες εταιρείες και φυσικά δεν μοιράζουν απλόχερα IP addresses. Ασε που κανένας δεν χρειάζεται παραπάνω από μια, όπως δεν χρειαζόμαστε και παραπάνω από μια ταχυδρομική διεύθυνση στο κλασσικό ταχυδρομείο.

Απόμειναν μόνο κάτι γραφικοί τύποι, που εξακολουθούσαν να διατηρούν το class C network (δηλαδή την συλλογή των 255 IP διευθύνσεων) στο όνομα τους, έτσι όπως το είχαν αποκτήσει τα χρόνια πριν το 1990. Με αύξοντα αριθμό στον κατάλογο, το 8.

Τι αποδείκνυε το να έχεις δικό σου class C network
Τίποτα, εκτός από το ότι χρησιμοποιούσες το Ιντερνετ πριν το 1990. 
 
Σε τι χρησιμεύει ένα δικό σου class C network σήμερα; 
Σε τίποτα απολύτως, εκτός ίσως από το να εντυπωσιάσεις κάποιο γκομενάκι.
Αλλά τα γκομενάκια που εντυπωσιάζονται από μια ιδιόκτητη συλλογή από IP addresses, είναι απελπιστικά λίγα στον ψεύτη κόσμο που ζούμε ;-)
Προτιμούν μια συλλογή από πεταλούδες, ή μια συλλογή από γραμματόσημα, ή από σπίτια ή από πιστωτικές κάρτες.

Μέχρι σήμερα, όλο αυτό ήταν αδιάφορο. Κανέναν δεν ενοχλούσες, κανένας δεν σε ενοχλούσε.
Απο τον Φλεβάρη του 2021 όμως αποφάσισαν ότι ένα δικό σου class C network θα πρέπει να σου κοστίζει ένα σεβαστό ποσό. Είτε θα πρέπει να σκας λεφτά κάθε μήνα για κάτι που στην τελική δεν χρειάζεσαι, είτε θα πρέπει να το "πουλήσεις" (με το πιστόλι στον κρόταφο).

Δεν με στεναχωρεί που θα "πουλήσω" κάτι που δεν χρειάζομαι. Με στεναχωρεί μόνο που ο αύξοντας αριθμός 8 στον κατάλογο με τις πρώτες ΙΡ διευθύνσεις του κόσμου θα είναι πια κενός....

Monday, 22 March 2021

Οδοιπορικό (στην Κρήτη)

Οι καλύτερες διακοπές είναι αυτές που ξυπνάς ένα πρωϊ και αναρωτιέσαι "τι είναι σήμερα, Παρασκευή ή Σεπτέμβρης;"

Κανένας δεν ενδιαφέρεται για την παρακάτω πληροφορία, αλλά το καλύτερο μέρος για να κάνεις δικοπές είναι ένας ελαιώνας. Τα βράχια είναι πολύ σκληρά, το αφράτο χώμα ενός αγρού σε λερώνει και έχει υγρασία, άμμος και βότσαλα είναι γενικά άβολα. Ο ελαιώνας είναι ιδανικός. Μαλακό, πατημένο, επίπεδο χώμα. Δροσερός την ημέρα, θερμός την νύχτα.

Βρήκαμε - εγώ και το τότε κορίτσι - έναν ελαιώνα που έφτανε σχεδόν στην Θάλασσα, λίγα χλμ έξω από το Ηράκλειο και "εγκατασταθήκαμε" εκεί για μερικές βδομάδες. Κάτι περιβόλια εκεί κοντά είχαν ένα πηγάδι. Οπότε από φαγητό (φρέσκα ζαρζαβατικά) και νερό είμασταν καλυμένοι.
 
Ένα μεγάλο μέρος της μέρας πήγαινε στην αναζήτηση και προετοιμασία τροφής. Κάποιοι που παραγγέλνουν ντηλίβερυ ακόμα και τον καφέ τους θα το θεωρήσουν αδιανόητο. Αλλά η συλλογή λαχανικών, η προετοιμασία της φωτιάς και το μαγείρεμα είναι εξαιρετικά χρονοβόρες διαδικασίες. Που να έπρεπε να καλλιεργήσουμε κιόλας για να φάμε...

Το υπόλοιπο της μέρας (και της νύχτας) το περνάγαμε με κολύμπι, κουβεντούλα, διαλογισμό και άφθονο σεξ. Ο διαλογισμός κάτω από μια ελιά είναι από τα πιο ωραία πράγματα. Ξαπλωμένος ανάσκελά, ολόγυμνος, μετράς μία-μία τις ακτίνες του ήλιου ανάμεσα στο πυκνό φύλλωμα. Γύρω σου κανένας ήχος - έξω από κάποιο μοναχικό τζιτζίκι, το θρόϊσμα των φύλλων και το σπάσιμο του νερού στα βότσαλα. Το βράδυ κάνεις το ίδιο, μετρώντας αστέρια αυτήν την φορά.
 
Για μέρες, για βδομάδες, καμία απολύτως επαφή με ανθρώπους. Κινητά; Είχαμε φυσικά! Βρίσκονταν στα βιβλία επιστημονικής φαντασίας και στο σταρ-τρεκ. Βιβλία; Δεν είχαμε. Όλον τον εξοπλισμό μας έπρεπε να τον κουβαλάμε στην πλάτη και τα βιβλία είναι πολύ βαριά. 
 
Φαντάσου δύο γυμνούς, υγιείς, με καλυμμένες όλες τις ανάγκες τους (φαγητό, νερό, στέγη, σεξ), χωρίς να χρειάζεται να δουλέψουν, χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς περιορισμούς, χωρίς αναστολές. Ολομόναχοι σε έναν ελαιώνα με περιβόλια δίπλα. 
 
Δηλαδή ο Παράδεισος τι είχε παραπάνω; Μια μηλιά και ένα φίδι......
 
Φύγαμε κάποτε από εκεί. Όχι, δεν ήρθε ο Αρχάγγελος με την ρομφαία να μας διώξει. Απλά φύγαμε γιατί νιώσαμε ότι ήρθε η ώρα να φύγουμε.
 
Δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο όλο αυτό. Ούτε αυτός ο Παράδεισος ήταν μοναδικός, "μυστικός" τότε. Καμία σχέση με τις σημερινές αρχιμαλακίες που γράφουν "ανακαλύψτε τις 10 καλύτερες μυστικές παραλίες" και διάφορες τέτοιες παπαριές. Για την εποχή που μιλάω (που δεν είναι και τοοοοοοόσο μακρυνή), σχεδόν ΟΛΕΣ οι παραλίες της Ελλάδας ήταν έτσι.
 
Ναι μεν είμασταν νέοι και βαρβάτοι, αλλά πόσα χλμ μπορεί να καλύψει ένας βαρβάτος (φορτωμένος) νέος σε 2-3 μέρες ποδαρόδρομο; Ε, αυτή ήταν η απόσταση του ελαιώνα μας από το λιμάνι του Ηράκλειου, όπου είχαμε κατέβει από το φέρυ.
 
Ο ελαιώνας τελείωνε στον επαρχιακό δρόμο. Στην άκρη του δρόμου υπήρχε μια καθαρογραμμένη ταμπέλα "Πωλείται το παρόν τηλ. 123456, τιμή ΧΧΧ". Δεν θυμάμαι το νούμερο. Αλλά θυμάμαι πολύ καλά ότι αντιστοιχούσε σε τρία δικά μου μηνιάτικα. Τα μηνιάτικα ενός μπατίρη φοιτητή, όχι ενός βιομήχανου.

* * * *
 
Πέρασαν μερικά χρόνια, το κορίτσι άλλαξε. Ήθελα να δείξω στο καινούργιο κορίτσι, το πόσο όμορφη είναι η Κρήτη. Το φλόμωσα στις υποσχέσεις (θα δεις τι ωραία είναι εκεί που θα σε πάω) και το πήγα στο ίδιο μέρος.

Στον ίδιο παράδεισο.....
 
Μόνο που ο παράδεισος είχε φύγει. Ο ελαιώνας που διαλογιζόμουν κάτω από το φύλλωμα των λιόδεντρων είχε γίνει πάρκιγκ. Στην άκρη της παραλίας είχε χτιστεί ξενοδοχείο. Την παραλία την είχαν ξεσκίσει. Τα βότσαλα που ήταν εκεί τα είχαν πετάξει και την είχαν κάνει αμμουδιά (αργότερα έμαθα ότι αυτό είναι από τα μεγαλύτερα περιβαλλοντικά εγκλήματα). Τα βραχάκια τα είχαν ανατινάξει.
 
Είμασταν κουρασμένοι, η απαγοήτευση ήταν τεράστια. Η δική μου γι' αυτό που χάθηκε και του κοριτσιού γι' αυτό που δεν πρόλαβε να γνωρίσει.
Παρ' όλα αυτά αποφασίσαμε να καθήσουμε λίγο εκεί. Να ξεκουραστούμε λίγο και να πάμε παρακάτω.
 
Η παραλία γεμάτη φυσικά. Οχλοβοή, χλαπαταγή, ουρλιαχτά και καυσαέρια είχαν διώξει τα τζιτζίκια. Προσπάθησα να μπω στο νερό, να κολυμπήσω λίγο. Γύρισα πίσω αηδιασμένος, έχοντας βρέξει μόνο τον αστράγαλο μου. Δεν ήταν νερό αυτό για να κολυμπήσει κάποιος σαν εμένα.

Δίπλα μας μια νευρωτική ιταλίδα 30-35 χρονών μέ ένα ακόμα πιο νευρωτικό μπάσταρδο που έτρεχε και τσίριζε. Δεν ξέρω τι του έλεγε η μάνα του, κάποια στιγμή πήγε πίσω της και την κατούρησε στην πλάτη. Εν ψυχρώ. Μετά από τόσα χρόνια, ακόμα θυμάμαι το όνομα του μπασταρδάκου: Alessandro.

Αυτό ήταν και το τελικό σινιάλο για να τα μαζέψουμε και να φύγουμε, όσο κουρασμένοι και αν ήμασταν.
 
Φεύγοντας, ένιωσα χαρά. Ήταν η πρώτη μου απόδειξη (αργότερα ήρθαν κι άλλες) ότι είμαι πετυχημένος.
Θα μπορούσα την πρώτη φορά να διακρίνω το "κελεπούρι". Είχα την οικονομική άνεση να αγοράσω αυτόν τον ελαιώνα, να τον μοσχοπουλήσω για ξενοδοχείο και - ίσως - να μην χρειαστεί να ξαναδουλέψω στην ζωή μου. Δεν το σκέφτηκα αυτό, δεν μου πέρασε καν από το μυαλό, μου ήταν εντελώς αδιανόητο.

Γι αυτό θεωρώ τον εαυτό μου έξυπνο και πετυχημένο. Γιατί μόνο ένας ηλίθιος σκατέας θα σκεφτόταν να ανταλλάξει τον Παράδεισο με ένα τσουβάλι λεφτά. Φεύγοντας από το κωλομέρος είχα την απόδειξη στα χέρια μου: δεν είμαι από αυτούς που πουλάνε παραδείσους - για κανένα ποσό.
 
Και το ξαναλέω: Ο συγκεκριμένος ελαιώνας δεν ήταν καν κάτι μοναδικό, κάτι ιδιαίτερο. Τότε, ΟΛΗ η Ελλάδα ήταν έτσι. Δεν χρειάζεται να περιγράψω το πως είναι σήμερα ...
 
* * * *

Άλλη χρονιά, άλλο κορίτσι, η ίδια Κρήτη. Αυτήν την φορά στο νότιο μέρος. Παραλία με χοντρό βότσαλο και μια θαλασσοσπηλιά στην άκρη της. Κατι μποστάνια εκεί κοντά, πρόσφεραν πάλι απλόχερα τροφή και νερό.

Η θαλασοσπηλιά ήταν κάποτε όνειρο ζωής (τώρα όχι πια). Μια ζωή ήθελα να ζω με το κορίτσι μου σε μια θαλασσοσπηλιά. Αυτό ήταν πάντα το δικό μου παλάτι, το δικό μου όνειρο.  
 
Πέρασαν πάλι μέρες, βδομάδες. Δύο γυμνοί ερωτευμένοι σε έναν παράδεισο, ολομόναχοι. Θάλασσα και Ήλιος. Τι άλλο χρειάζεσαι για να ζήσεις; Η παρομοίωση με τον παράδεισο χωλαίνει κάπως, γιατί εδώ δεν είχαμε περιβόλι. Μόνο παραλία και σπηλιά. Αλλά αυτά τα θεωρώ λεπτομέρειες.
 
Ενα πρωϊ ξύπνησα από κάτι φωνές. Ασυνήθιστο.... Άνθρωποι εδώ, στην ερημιά; Που βρέθηκαν;
 
Βγήκα από την σπηλιά και τράκαρα μούρη με μούρη με έναν παππού. Κρητικός, λεβέντης, ψηλός, με στιβάνια και μαύρο κεφαλομάντηλο. Άρχισε να μου τα λέει γρήγορα και ακατάληπτα, δεν καταλάβαινα γρυ. Τον παρακάλεσα ήρεμα να μου πει τι ήθελε.
 
Ήταν τσοπάνης. Και ΣΗΜΕΡΑ ήταν η μέρα του χρόνου (1Χ τον χρόνο γίνονταν αυτό) που θα έπλενε το κοπάδι του στην θάλασσα, 300 πρόβατα. Στην αρχή δεν κατάλαβα. Του είπα να πάει παραπέρα να πλύνει το κοπάδι του και να μας αφήσει ήσυχους. Μου εξήγησε - σαν να μίλαγε σε καθυστερημένο - ότι αυτό δεν γίνεται. Τα 300 πρόβατα ΕΠΡΕΠΕ να μπουν στην θαλασσοσπηλιά μας, γιατί αυτό ήταν το σύστημα του για να τα πλύνει. Αλλιώς θα του έφευγαν και θα έπρεπε να τα κυνηγάει στις ραχούλες.
 
Αρα εμείς έπρεπε να φύγουμε από την θαλασσοσπηλιά μας ΤΩΡΑ. Εκτός αν γουστάραμε την παρέα 300 προβάτων. 
Προσπάθησα να κερδίσω χρόνο. Του είπα ότι χρειαζόμαστε 1 - 2 ώρες μέχρι να μαζέψουμε τα πράγματα μας. Πάλι λάθος μου. Μου εξήγησε ότι τα πρόβατα ήταν ήδη σχεδόν εκεί, και μέσα σε λίγα λεπτά θα έμπαιναν στην σπηλιά, είτε μου άρεσε είτε όχι.
 
Κάποια στιγμή ξύπνησε από τις φωνές μας και το κορίτσι. Βγήκε από την σπηλιά αγουροξυπνημένη και παραξενεμένη. Ολόγυμνη, όπως την έκανε η μάνα της. Ο τσοπάνης την είδε και έβαλε τις τσιρίδες. Επικαλέστηκε την Παναγία να τον βοηθήσει, σταυροκοπήθηκε πολλές φορές, γύρισε την πλάτη του και έφυγε φωνάζοντας.
 
Για μας ήταν ήδη αργά. Τα πρώτα πρόβατα ήταν ήδη εκεί. Εξήγησα με φωνές και χειρονομίες στο κορίτσι ότι έπρεπε να εγκαταλείψουμε την σπηλιά μας. Μάζεψα - σε κατάσταση πανικού - τα πράγματα μας και τα ανέβασα ψηλά σε έναν βράχο, για να μην τα φτάνουν τα πρόβατα. Εκείνη με βοήθησε όσο μπορούσε, ακόμα δεν είχε καταλάβει τι συνέβαινε. Ντύθηκε πρόχειρα άρον άρον, ανέβηκε στο βραχάκι και χάζευε τα πρόβατα.
 
Ο γέρος ήταν ο αρχιτσέλιγκας και είχε 4 βοηθούς. Αυτοί σαλαγούσαν τα πρόβατα μέσα στην σπηλιά μας, το φυσικό "μαντρί" για να μην δραπετεύσουν. Μοναδική έξοδος η θάλασσα.
 
Τσαντίλα, τσαντίλα, τσαντίλα. Πως τολμάει αυτός ο τύπος να πλένει τα πρόβατα του στο ΔΙΚΟ μας μέρος; Γιατί δεν έρχεται μια άλλη μέρα (σε 3 μήνες ίσως) που εμείς θα έχουμε φύγει; Τσαντίλα.....

Το κορίτσι προσπάθησε να με ηρεμήσει. Προσπάθησε - η φωνή της λογικής - να μου εξηγήσει ότι δεν είναι δυνατόν να αποφασίζω εγώ το πότε θα πλύνει τα πρόβατα του ο τσοπάνης.
Ο οποίος στο κάτω κάτω πλένει τα πρόβατα του σε αυτήν την σπηλιά εδώ και κάτι γενεές. Εμείς είμασταν οι παρείσακτοι, όχι αυτός.
 
Που να ακούσω εγώ ο χαζός εγωιστής την φωνή της λογικής. Τα πρόβατα βέλαζαν, είχαν ήδη γεμίσει την παραλία και την θαλασσοσπηλιά, κατουρούσαν και έχεζαν παντού.
 
Από την τσαντίλα μου όρμησα στο μόνο μέρος που νόμιζα ότι είχα διέξοδο: την Θάλασσα. Επεσα μέσα και άρχισα να κολυμπάω προς τα ανοιχτά. Ήθελα απλά να φύγω, να πάω κολυμπώντας στην Λιβύη, να εξαφανιστώ.

Λάθος μου, όπως αποδείχτηκε πολύ γρήγορα.........
 
Οι τσομπάνηδες ήταν καλά οργανωμένοι. Οι δύο νεότεροι μπήκαν στο νερό μέχρι την μέση. Με τα ρούχα τους και τα στιβάνια τους, δεν είχαν μαγιώ και τέτοιες μοντερνιές.
Οι δύο μεγαλύτεροι έμειναν στην παραλία και εξωθούσαν με φωνές και χειρονομίες τα καημένα τα προβατούκια να πέσουν στο νερό - αυτά φυσικά φοβόντουσαν και δεν ήθελαν.
 
Μόλις ένα πρόβατο έφτανε στον βοηθό που ήταν στο νερό, αυτός το άρπαζε από το μαλλί και το βούταγε κάτω από το νερό για 2-3 φορές. Ενα φυσικό βάπτισμα. Αφού το κράταγε κάτω από το νερό για λίγα δευτερόλεπτα, το άφηνε και έπιανε το επόμενο.

Τα καημένα τα προβατάκια κατάπιναν αλατόνερο και μετά, "βαφτισμένα" έβγαιναν τρέχοντας πάλι στην παραλία. Μουσκεμένα, αναστατωμένα, βήχοντας και βελάζοντας. Υποθέτω ότι το νόημα όλης της διαδικασίας ήταν να φύγουν τα παράσιτα από τo μαλλί τους. 
 
Το μεγάλο πρόβλημα το είχα εγώ, αλλά δεν το ήξερα ακόμα....

Πρώτον το κρύο θαλασσόνερο με επανέφερε στα λογικά μου. Κατάλαβα ότι η αντίδραση μου ήταν παιδιάστικη, εγωιστική και οτι ο τσομπάνης είχε δίκιο.
 
Δεύτερον, πόσο να κολυμπήσεις; Η Λιβύη είναι 3.000 μίλια μακρυά. Δεξιά και αριστερά από την παραλία κάθετοι τοίχοι από βράχια. 
 
Αρα έπρεπε να γυρίσω πίσω στην παραλία. Αλλά εκεί ήταν τα πρόβατα :-)
 
Ηδη από τα 200 μέτρα απόσταση το νερό είχε γίνει θολό και μύριζε προβατίλας. Οσο πλησίαζα την ακτή, τόσο περισσότερη η μπόχα και οι τρίχες. Στα 100 μέτρα από την ακτή, η επιφάνεια του νερού είχε αλλάξει. Πάνω από το νερό βρίσκονταν 2 δάχτυλα προβατίσιο λίπος. Το λίπος δεν διαλύεται στο νερό. Επιπλέει.

Κάτω από την επιφάνεια το νερό ήταν γεμάτο τρίχες.
Πως να κολυμπήσω; Με κλειστό το στόμα και την μύτη; Δεν γίνεται. Γιατί αν κρατήσω με το ένα χέρι την μύτη, θα πρέπει να κολυμπάω πολύ αργά με το άλλο χέρι - δηλαδή περισσότερη ώρα μέσα στο προβατίσιο λίπος. 100 μέτρα από την ακτή είναι πολύ μεγάλη απόσταση για να την κάνεις μονορούφι κάτω από το νερό. Κάθε φορά που έβγαινα στη επιφάνεια, μερικά δάχτυλα προβατίσιου λίπους κόλλαγαν στα μαλλιά μου και στο δέρμα μου. 
 
Βγήκα κάποτε από το νερό όπως τα καημένα τα προβατούκια. Βήχοντας και φτύνοντας αλατόνερο και λίπος.
 
Καθώς έβγαινα βίωσα και την τελευταία πράξη αυτού του προβατο-τελετουργικού: Εχοντας "βαφτίσει" όλα τα προβατούκια (τα οποία είχαν πλέον κάπως ηρεμήσει, και λουφάξει στην άκρη της παραλίας), οι δύο νεότεροι τσοπάνηδες έπεσαν στο νερό και κολύμπησαν μερικά μέτρα. Ναι, έτσι όπως ήταν. Οριτζινάλε!
 
Με τα στιβάνια τους και τα παντελόνια τους. Αφού τελείωσαν οι δύο νεότεροι το κολύμπι τους, ήρθε η σειρά των μεγαλύτερων. Οι νέοι βγήκαν στην παραλία και φύλαγαν τα πρόβατα, οι μεγάλοι μπήκαν στο νερό - στιβάνια, πουκαμισα, μαντήλια κλπ - και κολύμπησαν και αυτοί στο προβατολίπος. 
 
Τελευταίος από όλους μπήκε ο παππούς - τσέλιγκας. Αυτός που μας είχε βγάλει από την σπηλιά μας το πρωϊ. Μπήκε κι αυτός στο νερο / λίπος, έκανε τις απλωτές του, βγήκε. Μετά μάζεψαν όλοι μαζί τα πρόβατα τους και εξαφανίστηκαν στην ανηφόρα, προς το μαντρί τους.
 
Πίσω έμειναν τα πράγματα μας φύρδην μύγδην. Ψηλά στον βράχο δεν τα έφταναν τα πρόβατα.
Μαζί με το κορίτσι που είχε ντυθεί πρόχειρα, κάθονταν αναπαυτικά δίπλα στα πράγματα και παρακολουθούσε από ψηλά με ενδιαφέρον το χάπενινγκ του "εμβαπτισμού 300 προβάτων, 5 τσομπάνηδων και ενός ηλίθιου νοτίως της Κρήτης".

Και .... εγώ. Πασαλειμμένος με 3 δάχτυλα ολόφρεσκου, μυρωδάτου προβατίσιου λίπους από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Στην κυριολεκτική κυριολεκτικότητα. Πιο πλήρης ολόσωμη κάλυψη με λίπος δεν μπορούσε να υπάρξει. Και που να πλυθώ; Στην θάλασσα; Και με τι να ντυθώ; Πέντε τι-σερτ και πέντε σώβρακα είχα μαζί μου (ποιός χρειάζεται περισσότερα, αφού όλη την ημέρα την περνάγαμε ξεβράκωτοι; ). Ποιο από αυτά να πέντε να χαλάσω;

* * * *
 
Πέρασαν κι άλλα χρόνια, άλλο κορίτσι. Πάλι στο ίδιο μέρος. Στην παραλία με την θαλασσοσπηλιά και τα πρόβατα. Σαν τον δολοφόνο που γυρνάει ξανά και ξανά στον τόπο του εγκλήματος. Αυτήν την φορά γύρναγα για να (ξανα)γελάσω με τον εαυτό μου.

Ξενοδοχείο φυσικά. Η παραλία γεμάτη κόσμο. Χλαπαταγή, ορυμαγδός, πλαστικό, τσιμέντο, βρώμα, σκουπίδι, μουσική ντάπα-ντούπα.

Την θαλασσοσπηλιά την είχαν ανατινάξει. Γιατί ρε σκατέα, τι σας έφταιγε ο βράχος;
 
Η θάλασσα ήταν πιο βρώμικια από τότε που είχαν πλύνει 300 πρόβατα μέσα της. 

Φεύγοντας, αηδιασμένος, σκέφτηκα τον γέρο τσοπάνη. Που να πλένει άραγε τα πρόβατα του σήμερα;
 
* * * *
Υ.Γ. Οχι, δεν πρόκειται για κάποια επιστροφή στα μπλογκ. Περνάω άσχημα (όχι η πανδημία δεν έχει καμμία σχέση με αυτό) και το να γράφω σε μπλογκ είναι το τελευταίο που θα με ενδιέφερε. Αλλά αυτές οι τέσσερις ιστορίες από το μακρυνό παρελθόν τριβελίζουν το μυαλό μου αυτές τις μέρες. 
 
Ισως πρόκειται για μια μορφή αυτοάμυνας. Το μυαλό προσπαθεί να παραμερίσει τις μαύρες σκέψεις του σήμερα και δραπετεύει σε ένα μακρυνό παρελθόν, πιο αστείο, πιο ανάλαφρο.

Θέλησα να καταγράψω αυτές τις ιστορίες, για να γελάω μαζί τους (και μαζί μου) όταν γίνω 120 χρονών. Δηλαδή σε 3 χρόνια από σήμερα.

Sunday, 13 May 2018

Tourists go home

Όχι ας μην στεναχωρηθεί κανένας (αν υποθέσουμε οτι ενδιαφέρεται ο οποιοσδήποτε). Δεν επιστρέφω στα μπλογκ.
Απλά μια ψυχή που αγαπάω έγραψε για ένα θέμα που με καίει. Θέλησα να της αφήσω ένα σχόλιο στο κείμενο της - επιβεβαιώνοντας και επαυξάνοντας όσα λέει εκείνη. Αλλά μου βγήκε τέτοιο μακρυνάρι που θα χάλαγε το δικό της κείμενο.
Γράφω λοιπόν τις σκέψεις μου εδώ, στον δικό μου χώρο και αν θέλει, ίσως βάλει ένα λινκ.

Σημείωση πρώτη. Αν και θεωρείται "βαριά βιομηχανία" εδώ και δεκαετίες, κανένας δεν έχει ασχοληθεί σοβαρά με τα οικονομικά νούμερα του τουρισμού. Υποστηρίζω ότι α) επίτηδες κυριαρχεί θολούρα, για να ευνοεί τις αρπαχτές και ότι β) ο τουρισμός δεν είναι ούτε βιομηχανία ούτε βαριά.

Κάθε (μα κάθε) Απριλομάη / Ιούνη, όλες οι εφημερίδες, τηλεοράσεις και περιοδικά στην Ελλάδα γεμίζουν με το επίκαιρο θέμα του τουρισμού. Το πρώτο σκέλος είναι "που να πάτε, τι να κάνετε, τα γραφικά ταβερνάκια που _πρέπει_ να επισκεφτείτε, και άλλες παρόμοιες παπαριές". Ουσιαστικά πρόκειται για πληρωμένες διαφημίσεις.

Το δεύτερο σκέλος είναι βαρύγδουπες ανακοινώσεις που κάνουν ντόρο χωρίς να λένε απολύτως τίποτα. Παράδειγμα: "Άνοδος του τουρισμού κατά 20% (αυτό μπαίνει και σαν τίτλος για να τραβήξει κλικς και λαϊκς). Στην Κρήτη αυξήθηκε κατά 7,32% ο αριθμός των τουριστών που φτάνουν από τις χώρες τις ΕΕ, αλλά στην Μύκονο μειώθηκαν κατά 3,78% τα έσοδα που αφήνουν οι τουρίστες από την Ρωσία σε σχέση με πέρυσι. Στην Ρόδο μειώθηκε ο αριθμός των κινέζων τουριστών κατά 233.000 αλλά αυξήθηκε κατά 12,49% ο αριθμός των επισκεπτών από τις σκανδιναυικές χώρες".

Το κείμενο συνήθως είναι κομμένο και ραμμένο για να πιάνει ακριβώς την έκταση που θέλει το κάθε περιοδικό (συνήθως 500 - 1000 λέξεις). Μπορείς να γεμίσεις βιβλία ολόκληρα με αυτά τα νούμερα που δεν λένε απολύτως τίποτα. 
Το κοινό σημείο όλων, μα όλων αυτών των δημοσιεύσεων είναι να διατηρήσουν ένα γενικό αίσθημα ότι "ο Τουρισμός πετάει, να εδώ σημεραύριο θα γίνουμε όλοι ζάμπλουτοι".
Αυτή είναι και η ηθελημένη απάτη, έτσι ώστε οι αρπαχτές που κάνουν οι 100.000 κωλοέλληνες να γίνουν υπόθεση όλου του ελληνικού λαού.
Ποιός θα τολμήσει μετά να πάει κόντρα στην "βαριά βιομηχανία" της χώρας;  Θα τον βγάλουν και ανθέλληνα. Ποιός θα τολμήσει να απειλήσει "τα δισεκατομμύρια" που μπαίνουν στην χώρα και ποιός θα τολμήσει να στερήσει σε τόσους ανθρώπους τις δουλειές τους;

Επειδή όπως έγραψα στην αρχή, το θέμα με καίει, έψαξα να βρω όσο γίνεται πιο αντικειμενικά στοιχεία. Αποδείχτηκε ηράκλεια προσπάθεια. Μετά από πολύ ψάξιμο κατάφερα να βρω οικονομικά στοιχεία από την ΤτΕ και τον ΕΟΤ. Βρήκα πολλά νούμερα από το 1995 μέχρι σήμερα.

Δεν θέλω να κουράσω με ταμπέλες και στατιστικές (τα νούμερα είναι "κουραστικά" όταν δεν μας συμφέρει να σκεφτούμε). Δίνω μόνο τέσσερα χαρακτηριστικά νουμεράκια:
Έτος 2000 (ισχυρή Ελλάδα). Επισκέπτες 13,0 εκ, έσοδα 10,0 δις ευρώ.
Έτος 2017 (Ελλάδα των μνημόνιων). Επισκέπτες 27,9 εκ, έσοδα 12,7 δις.

Δηλαδή, με πολύ απλά ελληνικά, υπερ-διπλασιάσαμε τους τουρίστες μας, ανεβάζοντας τα έσοδα μας μόλις κατά 2,7 δις. Ας το κρατήσουμε αυτό, είναι πολύ σημαντικό.

Κάτι που δεν λένε οι στατιστικές, αλλά όλοι ξέρουμε, είναι οι συνθήκες στις οποίες γεννήθηκαν αυτά τα νούμερα. Το 2000 το κράτος δεν ενδιαφέρονταν να μαζέψει χρήμα, η ρεμούλα πήγαινε σύννεφο. Το 2017 έχει ανέβει ο ΦΠΑ από το 4% στο 23%, έχουν μπει υποχρεωτικά παντού POS, έχουν αυστηροποιηθεί οι έλεγχοι, πέφτουν πρόστιμα, το κράτος παλεύει να μαζέψει όσα μπορεί. 
Δεν τα καταφέρνει μεν, αλλά αυτό είναι ένα ακόμα σημάδι ότι τα νούμερα του Τουρισμού δεν βγαίνουν

Γιατί όταν έχεις πενταπλασιάσει τον ΦΠΑ, υπερδιπλασιάσει τον αριθμό των τουριστών, εκατονταπλασιάσει τους ελέγχους και τα POS και βγάζεις 2,7 ψωρο-δις ευρώ παραπάνω σε σχέση με το 2000, τότε για ποιά "βαριά βιομηχανία" μιλάμε;

Ένα κερασάκι: Διάβασα πριν λίγες μέρες ότι η χρήση των POS έχει "κουράσει" τους έλληνες μαγαζάτορες, και όλοι πλέον προτιμούν την χρήση μετρητών, κάνοντας στον πελάτη μια σχετική "εκπτωσούλα". Δηλαδή μαύρα.
Δηλαδή φέτος θα χτυπήσουμε 30 εκ τουρίστες και θα βγάλουμε ακόμα λιγότερα.

Αλλά όοοοοοοοοοχι. Αν εγώ πω ότι δεν θέλω τον τουρισμό, τότε είμαι ένας ανθέλληνας που θέλει να βλάψει αυτήν την ωραία χώρα, με το να χαλάσει την "βαριά βιομηχανία" της. Το να βγάζουν μερικά λαμόγια μαύρο χρήμα είναι πατριωτικό και εθνικό. Άν το κατηγορήσω είμαι ανθέλληνας.

Γιατί δεν γινόμαστε Κολομβία ρε γαμώτο; Να καλλιεργήσουμε κόκα και ηρωϊνη να ξεμπερδεύουμε. Αφου εκείνο που θέλουμε είναι να προστατέψουμε μερικούς παράνομους στο να βγάζουν μαύρα, γιατί όλο αυτό το τζέρτζελο με τους τουρίστες; Βγάλε εκεί πέρα 200 τόνους κόκα. Είναι περιβαλλοντικά πιο ανώδυνο και θα μας φέρει και _πολύ_ περισσότερα κρατικά έσοδα από τα 2,7 ψωροδις του τουρισμού. Αφού έτσι κι αλλιώς τα φράγκα πηγαίνουν σε μια κλίκα λαμόγιων, τουλάχιστον να γλυτώσουμε το περιβάλλον.

* * * 
Κάθε μαζική ανθρώπινη δραστηριότητα έχει δυστυχώς αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Δυστυχώς, έχουμε γίνει τόσο πολλοί, που ακόμα και αν γελάσουμε μαζικά 500 εκατομμύρια από μας (όχι όλοι, όχι τα 7,5 δις), πάλι κάποια περιβαλλοντική καταστροφή θα προκαλέσουμε. 

Ήδη βγήκαν φέτος έρευνες που λένε ότι το CO2 αποτύπωμα του τουρισμού είναι ίδιο με αυτό της χημικής βιομηχανίας. 

Απλά νούμερα. 30 εκ τουρίστες μένουν κατά μέσο όρο 6 μέρες στην χώρα μας (τα στοιχεία είναι από την ΤτΕ). Δηλαδή 30 Χ 6 = 180 εκατομμύρια κουράδες.
Συγνώμη που χρησιμοποιώ την χυδαία λέξη "κουράδες", δεν ξέρω πως λέγεται η κουράδα στα καθωσπρεπίστικα ελληνικά. Αλλά όπως και να την ονομάσεις, το γεγονός είναι ένα: Ολοι αυτοί οι τουρίστες ΔΕΝ σφίγγονται στις 6 μέρες που είναι στην Ελλάδα, ούτε φεύγοντας τα παίρνουν μαζί τους στην χώρα τους, μέσα σε σακουλίτσες.

Άρα αυτά τα 180 εκατομμύρια κουράδες (συγνώμη για την λέξη) μένουν αναγκαστικά στην Ελλάδα. Τις θέλει μήπως κανένας στην αυλή του; Στο χωριό του; Κοντά στο σπίτι του; Κανένας δεν τις θέλει. Αλλά αυτές οι κουράδες (συγνώμη) δεν φεύγουν με ευχολόγια, ούτε με το να χώνουμε το κεφάλι στην άμμο και να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχουν.

Είδε, διάβασε, έμαθε κανένας για καινούργιες μονάδες λυμάτων στην Ελλάδα; Όταν η "βαριά βιομηχανία" της χώρας υπερδιπλασιάζεται, δεν θα ήταν λογικό να επεκτείνουμε τις υποδομές μας; Επεκτάσεις στα αεροδρόμια φτιάξαμε, τις παραλίες μας τις στρώσαμε στο τσιμέντο και στην πλαστική ξαπλώστρα. Τα ξενοδοχεία μας τα διπλασιάσαμε (κάπου πρέπει να κοιμηθεί αυτός ο συρφετός).
Τους βόθρους μας τους διπλασιάσαμε; Τις χωματερές μας τις διπλασιάσαμε; Όχι βέβαια.

Που πάει όλο αυτό το σκατό; 
Μα στην θάλασσα φυσικά. Στο αγαπημένο μας, καταγάλανο Αιγαίο. Αυτό που ύμνησε ο Ελύτης. Ναι, ακριβώς αυτό το Αιγαίο είναι γεμάτο σκατά.
Σκατά που τρώτε - όσοι κολυμπάτε στην θάλασσα και όσοι καταναλώνετε ντόπιο ψάρι. Σκατά που σας δημιουργούν ουρολοιμώξεις (αλλά δεν ξέρετε ότι προέρχονται από την θάλασσα). 

Σκατά εδώ, σκατά εκεί, σκατά και παραπέρα, σκατά στην γη, στον ουρανό, σκατά και στον αέρα (Γεώργιος Σουρής, αρχές του 20ου αιώνα, σε ποίημα που περιγράφει την Ελλαδα του καιρού εκείνου).

Τα οποία ο κλασσικός ηλίθιος έλληνας καμώνεται ότι δεν υπάρχουν, επειδή ... δεν τα βλέπει.
Οι επιστημονικές μετρήσεις λένε π.χ. 320 κολοβακτηρίδια ανά 100 ml νερού.
Τα κολοβακτηρίδια δεν είναι φυσικοί οργανισμοί που ζουν στην θάλασσα. Η λέξη "κώλος" στο κολοβακτηρίδιο θα έπρεπε να μας υποψιάσει για την προέλευση τους. Απλά οι έγκυροι επιστήμονες δεν μπορούν να λένε "μετράμε κουράδες".
Οι εντερόκοκκοι μετρήθηκαν "μόνο" 80 σε κάθε 100 ml νερού. Και εδώ το όνομα του έντερο-κόκκου μας λέει ξεκάθαρα από που βγήκε αυτό το πράμα. Αλλά μερικοί επιμένουν να ξεχνάνε τα ελληνικά όταν τους συμφέρει.

Αλλά μην ανησυχείτε. Η κυβέρνηση αποφάσισε ότι το όριο για την επικινδυνότητα είναι 250 κολοβακτηρίδαι και 100 εντερόκοκκοι. Αν πάρετε 249 κολοβακτηρίδια και 99 εντερόκοκκους είσαστε μια χαρούλα και μπορείτε άφοβα να κολυμπήσετε στα παραμυθένια νερά του Αιγαίου.

Και φυσικά η κυβέρνηση βάζει τα όρια, έτσι ώστε να μην βλάψει τον τουρισμό.  Γιατί κανένας σοβαρός επιστήμονας δεν μπορεί να εγγυηθεί για το ποιός αριθμός από σκατά που θα μπουν στην μύτη, στο στόμα, στον λάρυγγα και στο στομάχι σας (και στα γεννητικά σας όργανα) θα είναι βλαβερός.

Για να ξεφύγω επί τέλους από τα σκατά. Κάθε κάτοικος του δυτικού κόσμου παράγει ΚΑΘΕ μέρα 1 κιλό σκουπίδια από συσκευασίες - το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των σκουπιδιών είναι πλαστικά. 
Αυτό στην καθημερινή του ζωή, στις διακοπές η ποσότητα αυξάνεται. Και μιλάμε μόνο για σκουπίδια από συσκευασίες, όχι το σύνολο των σκουπιδιών.

Τριάντα εκ τουρίστες επί 6 μέρες μέσο όρο, μας κάνουν 180.000 τόνους (πλαστικά) σκουπίδια.  Όπως και με τα σκατά, οι τουρίστες ΔΕΝ τα παίρνουν μαζί τους φεύγοντας. Και επειδή (όπως και με τα σκατά) κανένας δεν τα θέλει στην αυλή του και κανένας δεν ενδιαφέρθηκε να φτιάξει παραπανίσιες χωματερές για την "βαριά βιομηχανία" μας, όλα αυτά καταλήγουν .... έλα, έλα, μάντεψε ... στην θάλασσα.

Η οποία είναι τίγκα στα λεγόμενα "μικροπλαστικά", τα οποία οι έλληνες δεν βλέπουν, άρα δεν υπάρχουν. Οι επιστήμονες λένε ότι δεν υπάρχει πλέον ΟΥΤΕ ΕΝΑ ψάρι στις ελληνικές θάλασσας (συμπεριλαμβάνονται αυτά των εκτροφείων) που να μην είναι γεμάτο από μικροπλαστικά.

Αυτό που δεν ξέρουν οι επιστήμονες είναι το ποιά ποσότητα μικροπλαστικών είναι επικίνδυνη και ποιά όχι. 
Η ίσως και να το ξέρουν αλλά δεν το λένε. Γιατί αν βγει σήμερα ένας επιστήμονας και πει "από 100 μιλιγκραμ μικροπλαστικών και πάνω παθαίνετε καρκίνο όλοι σας", τότε θα πρέπει
- ΚΑΙ να απαγορευτούν εδώ-και-τώρα όλες οι ιχθυοκαλλιέργειες 
- ΚΑΙ να διώξουμε τους μισούς τουρίστες
- ΚΑΙ να περιορίσουμε τα σκουπίδια που παράγουμε οι ίδιοι
- ΚΑΙ να ξοδέψουμε τεράστια ποσά για την διαχείριση των σκουπιδιών.

Φυσικά, κανένας επιστήμονας δεν πρόκειται ποτέ να δημοσιεύσει τέτοιο όριο. Είπαμε, τα περιβαλλοντικά όρια τα βάζει η κυβέρνηση με κριτήριο το πως θα πάρει ψήφους. 

Θεωρία συνομωσίας: Αν το επιστημονικά βεβαιωμένο όριο ήταν 200 και η θάλασσα είχε 50, θα μπορούσαν να το δημοσιεύσουν. Αφου είμαστε κάτω από το όριο, δεν τρέχει κάστανο. Αν όμως το όριο είναι 50 και η θάλασσα έχει 200, τότε ΔΕΝ το δημοσιεύουν, γιατί θα κλάψουν μανούλες. Το ότι δεν έχουμε μάθει τίποτα για τα όρια, δείχνει ότι τα όρια έχουν ξεπεραστεί προ πολλού.

Ποιοί ψεκασμοί παιδιά; Σας έχουν ηδη αλείψει με σκατά και με πλαστικά και σας το λένε κιόλας. Απλά βάζουν μια γαλάζια σημαία στην παραλία για να μην τα βλέπετε.

* * * 
Τι άλλο μας φέρνει ο τουρισμός; 
Θόρυβο, πολύ θόρυβο. Ηχορύπανση. Όποιος έχει προσπαθήσει να κοιμηθεί σε τουριστική περιοχή, ξέρει για τι πράγμα μιλάω.

Καυσαέριο. Τριάντα εκατομμύρια νοματαίοι κάπου θα πάνε, κάποιος θα τους μεταφέρει.

Τσιμέντο. Που θα μείνουν όλοι αυτοί; Σε ποιούς δρόμους θα περπατήσουν; Αρα ξενοδοχεία εκεί που πριν ήταν μαγευτικές παραλίες, ταβέρνες και μαγαζιά.

Το ξαναλέω και πιο πάνω: Κάθε μαζική ανθρώπινη δραστηριότητα είναι επιβλαβής. Οι τουρίστες μας φέρνουν σκατα, σκουπίδια, θόρυβο, καυσαέρια και τσιμέντο.
Μας φέρνουν βέβαια και έσοδα. Ολόκληρα 12,7 δις το 2017. Είπαμε, το 2018 μάλλον λιγότερα λόγω της "κόπωσης" από την χρήση των POS.

Αντισταθμίζονται οι (περιβαλλοντικές κυρίως αλλά και αισθητικές) βλάβες από τα έσοδα; Εγώ προσωπικά λέω όχι. Όχι, επειδή οι περιβαλλοντικές βλάβες είναι τεράστιες και - κυρίως - μη αντιστρέψιμες. Δεν μετριέται το Αιγαίο με χιλιάρικα παιδιά. Κι όποιος θέλει να ανταλλάξει το Αιγαίο με ένα τσουβάλι ευρώ, δεν είναι έλληνας.  

Αλλά ας υποθέσουμε ότι η δικιά μου θεώρηση είναι ιδεαλιστική και υπερβολική. Ας υποθέσουμε ότι από ένα ποσόν και πάνω, τα μειονεκτήματα του τουρισμού είναι δεκτά. Οπότε το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν τα συγκεκριμένα λεφτά μπορούν να αντισταθμίσουν τις βλάβες. Το πραγματικό ερώτημα είναι ΠΟΙΟΣ έχει τις βλάβες και ΠΟΙΟΣ έχει τα οφέλη;

Το σκουπίδι, το σκατό και το τσιμέντο, τα τρώμε όλοι στην μάπα. Τα έσοδα όμως τα καρπώνονται ελαχιστότατοι. Και αν βάλω μέσα τα μαύρα λεφτά, ουσιαστικά καταστρέφουμε την δικιά μας χώρα για να πλουτίσουν μερικά λαμόγια. 

Είμαστε σίγουροι ότι το θέλουμε πραγματικά αυτό;

* * * 
Οτι και να γράψω, ότι και να πω, όσα στοιχεία και να παραθέσω, πάνε όλα στον βρόντο. Το κείμενο αυτό θα το δημοσιεύσω με την βεβαιότητα ότι κανένας δεν θέλει να το διαβάσει και κανένας δεν θέλει καν να σκεφτεί πάνω σ' αυτά που λέω.

Ο τουρισμός είναι η βαριά βιομηχανία, φέρνει ευημερία στην χώρα και αυτό είναι όλο. Δεν υπάρχει τίποτα, απολύτως τίποτα που να μπορεί να κλονίσει αυτήν την - θρησκευτική - πίστη της ελληνικής κοινωνίας. Ο τουρισμός είναι ευλογία για τον τόπο, εγώ είμαι τρελός.

Γιατί;

Γιατί συμβαίνει αυτό; Ναι, οκ τα στοιχεία για τον τουρισμό είναι παραποιημένα. Ναι, οκ, κανένας δεν δίνει τα πραγματικά στοιχεία. Ούτε για τα οικονομικά μεγέθη ούτε για τα περιβαλλοντικά. Ναι, οκ, μερικοί κονομάνε μαύρα και όλοι το ξέρουν.
Αλλά γιατί;
Γιατί κυριαρχεί αυτή η ακλόνητη, τσιμεντωμένη πεποίθηση υπέρ του τουρισμού και γιατί τίποτα απολύτως δεν μπορεί να την αλλάξει; 

Γιατί;

Αν δούμε τον τουρισμό ιστορικά, πάντα αποτέλεσε την κλασσική εύκολη και ξεκούραστη κονόμα. Έρχονται οι κουτόφραγκοι, τους κατακλέβουμε και του χρόνου ξανάρχονται. Ναι, οκ τα τελευταία χρόνια πονηρεύτηκαν και δεν μπορούμε να τους κατακλέβουμε όπως πριν, αλλά και πάλι: Τι πιο εύκολο από το να στήσεις μια παράγκα στην παραλία και να πουλάς παγωμένες μπύρες με περιθώριο κέρδους 200% (όχι, δεν είναι παράδειγμα, είναι πραγματικό νούμερο).

Ούτε ρίσκα έχεις (η παραλία πάντα γεμίζει)  ούτε μόρφωση χρειάζεσαι, ούτε υποδομές. Δεν χρειάζεσαι δάνειο, δεν χρειάζεται να κουραστείς για να βρεις μια επιχειρηματική ιδέα, δεν χρειάζεσαι απολύτως τίποτα.
Ο κάθε αμόρφωτος Τίποτας μπορεί να γίνει ζάπλουτος κάνοντας ... τίποτα.

Και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που όλα τα παραπάνω τα γράφω χωρίς αποτέλεσμα. Το όνειρο της εύκολης κονόμας είναι τόσο βαθιά ριζωμένο στην ελληνική κοινωνία που δεν φεύγει ούτε με λοβοτομή.

Είναι αυτή η υπόγεια σκέψη "εγώ πλουτίζω πανεύκολα και όλα τα κορόιδα επωμίζονται τις πιθανές βλάβες" που κάνει τον τουρισμό σημείο αναφοράς του νεοέλληνα. Όσοι τρώνε θα γατζωθούν με νύχια και με δόντια, με λύσσα θα προστατέψουν το προνόμιο τους. Και όσοι δεν τρώνε θα διατηρήσουν την δυνατότητα γιατί μπορεί στο μέλλον να φάνε κι αυτοί.

Είναι το ίδιο αίσθημα του να περιμένουν όλοι σε μια ουρά 30 ατόμων κάτω από ντάλα ήλιο με 40 βαθμούς και εσύ να περνάς μπροστά, πρώτος πρώτος μέσα σε κλιματιζόμενο. Και κανένας δεν θέλει να καταργήσει την ουρά, γιατί μπορεί αύριο να περνάει αυτός μπροστά με το κλιματιζόμενο.

Δεν υπάρχουν λογικά επιχειρήματα υπέρ του τουρισμού. Μόνο η εύκολη αρπαχτή χωρίς να δουλέψεις και χωρίς να μορφωθείς είναι αυτό που κάνει τον τουρισμό τόσο ελκυστικό για όλη την ελληνική κοινωνία.

* * * * 
Τι θα μπορούσε θεωρητικά να γίνει;

Π.χ. στην Βαρκελώνη έχουν ξεσηκωθεί οι κάτοικοι και γράφουν συνθήματα στους τοίχους όπως "καλός τουρίστας = νεκρός τουρίστας". Η το άλλο που γράφω στον τίτλο αυτού του ποστ.

Στην Βενετία έβαλαν μπάρες, μόνο οι κάτοικοι έχουν πρόσβαση σε μερικά σημεία, οι τουρίστες μένουν υποχρεωτικά έξω.

Στην Ιμπιζα και στην Μαγιόρκα έχουν περιορίσει δια νόμου τον αριθμό των (ενοικιαζόμενων) αυτοκινήτων. Επίσης έχουν απαγορεύσει όλες τις ενοικιάσεις δωματίων (όχι δεν αφορά μόνο τις ιντερνετικές πλατφόρμες, αφορά ΟΛΑ τα ρουμτουλετάδικα).

Στην Γερμανία στο Συλτ πληρώνεις "τουριστικό τέλος" για κάθε επίσκεψη και κάθε μέρα. Αν θυμάμαι καλά, 25 ευρώ ανά κεφάλι ανά ημέρα. Μια τετραμελής οικογένεια θέλει 300 ευρώ για ένα τριήμερο, απλά για να πατήσει το πόδι της στο έδαφος του νησιού.

Στην Ελλάδα ξεσηκώθηκαν οι νησιώτες επειδή ανέβηκε ο ΦΠΑ, τον οποίο ΔΕΝ πληρώνουν. 

Τι θα μπορούσε να γίνει; Δεν θέλω να πέσω στο επίπεδο "κάνε με πρωθυπουργό για μια μέρα ....", αλλά απλά θα μπορούσαμε να αντιγράψουμε τους άλλους.

Γιατί να μην βάλουμε ένα τουριστικό τέλος 35 ευρώ ανά άτομο / μέρα; Θα πέσει ο αριθμός των επισκεπτών στα 13 εκ. από τα τριάντα που είναι σήμερα; Τέλεια, τελειότατα. Δεν θα χρειαζόμαστε τόσες χωματερές για τα σκουπίδια, ούτε τόσο τσιμέντο στις ακτές μας.
13 εκατομμύρια τουρίστες είχαμε και το 2000 (στοιχεία της ΤτΕ). 

13 εκατομμύρια τουρίστες Χ 6 μέρες παραμονή Χ 35 ευρώ μας κάνουν .... (ας ηχήσουν τα τύμπανα παρακαλώ) ...... 2,7 δις ευρώ !!!!!

Δηλαδή όσα βγάλαμε από την διαφορά στους επισκέπτες ανάμεσα στο 2000 και το 2017, μπορούμε να τα βγάλουμε με τους επισκέπτες του 2000 (που δεν ήταν καθόλου λίγοι) συν ένα τουριστικό τέλος.

Με τους μισούς επισκέπτες θα έχουμε τις μισές (και λιγότερες) περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Θεωρητικά, θα μπορούσαμε να δώσουμε και ένα μέρος αυτών των χρημάτων για τον καθαρισμό της θάλασσας μας, για καινούργιες χωματερές κλπ.

Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε; Π.χ. ένα πλαφόν τουριστικών κλινών. Το τάδε νησί χωράει τόσες κλίνες, γεμίσαμε, δεν έχουμε άλλες, λυπούμαστε, ξαναπεράστε του χρόνου.

Επίσης ένα πλαφόν στις ταβέρνες, στα αυτοκίνητα κ.α.

Τί άλλο; Γιατί να μην πληρώνουν οι τουριστικές επιχειρήσεις για τις περιβαλλοντικές ζημιές που προξενούν;

Π.χ. αν ανοίξω χημικό εργοστάσιο, είμαι υποχρεωμένος να βάλω φίλτρα στις καμινάδες μου. Αν γεμίσω το χώμα με χημικά, είμαι υποχρεωμένος να το καθαρίσω. Αν κόψω δέντρα για το εργοαστάσιο μου, είμαι υποχρεωμένος να τα αντικαταστήσω (νόμος). Γενικά, όλες οι επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ για τις ζημιές που τυχόν προξενούν στο περιβάλλον.

Γιατί όχι και ο τουρισμός; Δεν είναι "βαριά βιομηχανία"; Να πληρώσουν λοιπόν όλοι οι ρουμτουλετάδες, οι ξαπλωστρατζήδες και οι ταβερνιάρηδες για την δημιουργία καινούργιων χωματερών. Στο κάτω κάτω, οι πελάτες τους δημιουργούν τα σκουπίδια.
Να πληρώσουν για τις έξτρα μονώσεις που χρειάζονται εξ αιτίας της ηχορύπανσης, να πληρώσουν για τις καταστροφές που φέρνουν στον βυθό με τις "εκδρομές" που οργανώνουν, να πληρώσουν για την παραλία (δεν εννοώ την τιμή του οικόπεδου, εννοώ την περιβαλλοντική αξία της παραλίας), να πληρώσουν για τους έξτρα δρόμους, τα έξτρα αεροδρόμια, τα έξτρα καυσαέρια.

Γιατί τα εργοστάσια έχουν φουγάρα και φίλτρα και οι τουριστικές επιχειρήσεις δεν έχουν;

Είπαμε, ουτοπία. Εδώ ούτε την αύξηση του ΦΠΑ (που δεν επιβαρύνονται οι ίδιοι) δεν δέχονται. Και η σάπια κυβέρνηση τους κάνει χατηράκια.
Είπαμε, το όνειρο της εύκολης αρπαχτής είναι ο ύψιστος στόχος, το ιερό δισκοπότηρο, το τέλειο επίτευγμα του νεοέλληνα.

Γι αυτό το Αιγαίο θα συνεχίσει να γεμίζει σκατά, τα οποία μετράμε μεν αλλά ... δεν βλέπουμε. Αρα δεν υπάρχουν. Κι αν κολυμπάμε στα σκατά, έλα μωρέ και τι έγινε; Στους πόσους εντερόκοκκους τσιμπάς την ουρολοίμωξη; Σιγά τώρα. Εδώ μας περιμένουν εύκολα φράγκα, οι επιστήμονες δεν ξέρουν τι λένε.

Μέχρι να καταρρεύσει το οικοσύστημα. Γίνεται αυτό, το Αιγαίο είναι κλειστή θάλασσα. Τότε επι τέλους ΘΑ ΤΙΣ ΒΛΕΠΕΤΕ ΤΙΣ ΚΟΥΡΑΔΕΣ και ΙΣΩΣ (λέω ίσως, γιατί και τότε θα υπάρχουν ανεγκέφαλοι) αναγνωρίσετε ότι υπάρχει ένα "προβληματάκι" με τον τουρισμό.

Και είμαι σίγουρος ότι σε αυτήν την περίπτωση οι ξαπλωστρατζήδες και οι ταβερνιαρέοι θα ζητάνε και αποζημιώσεις από το κράτος (δηλαδή εμάς τους υπόλοιπους) για την οικονομική καταστροφή που έπαθαν. Πρωτοσέλιδα θα βγουν με πηχιαίους τίτλους "χάθηκαν περιουσίες, ο κυρ Μήτσος έκανε αρπαχτές εδώ και 20 χρόνια και τώρα δεν μπορεί πια να κάνει, κλαψ, λύγμ, βοηθήστε τον τον κακομοίρη".

Πως ακριβώς συμβαίνει μια κατάρρευση σε μια κλειστή θάλασσα όπως το Αιγαίο δεν ξέρουμε ακόμα. Ξέρουμε όμως ότι συμβαίνει.
Την τελευταία την ανακάλυψαν στον κόλπο του Ομαν, στα ανοιχτά του Περσικού. Μια έκταση όσο 5Χ ολόκληρη η Ελλάδα έχει νεκρωθεί εντελώς. Δεν υπάρχει οξυγόνο στο νερό (τα σκατά χρειάζονται οξυγόνο για να αποδομηθούν) και το νερό είναι νεκρό. Μόνο τα αναερόβια βακτηρίδια μπορούν να ζήσουν χωρίς οξυγόνο, όλα τα άλλα πλάσματα πέθαναν ή έφυγαν.
Και τα αναερόβια βακτηρίδια βρωμάνε φριχτά.

Στον Ατλαντικό υπάρχουν 3 ακόμα τέτοιες "death zones". Περιοχές μεγάλες όσο η Ελλάδα ή η Ολλανδία χωρίς οξυγόνο και χωρίς ζωή. Με επιπλεόντα σκατά και σκουπίδια, που δεν μπορούν να αποδομηθούν, επειδή ακριβώς χρειάζονται οξυγόνο και αυτό δεν υπάρχει.

Είμαι σίγουρος ότι κανένας τσιφτετέλληνας δεν θέλει να μάθει για αυτήν την πιθανότητα τη κατάρρευσης των ελληνικών θαλασσών. Ακόμα και αν μάθει, θα προσπαθεί να βγάλει λεφτά μέχρι μία μέρα πριν την τελική καταστροφή. Και οι σάπιες ελληνικές κυβερνήσεις θα τον χαϊδεύουν από πάνω.

Εμπρός να φέρουμε 60 εκατομμύρια τουρίστες. Εγώ να κονομήσω και όλοι εσείς να πάτε να γαμηθείτε.
Αυτή (και όχι ο τουρισμός) είναι η βαριά βιομηχανία μας. Η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας είναι η εύκολη αρπαχτή σε βάρος του συνόλου. Πρωταθλητές!

Monday, 22 December 2014

Selfie μετά Ποιήματος


Το άνωθεν selfie είναι αφιερωμένο:
  • Στο ελληνικό κράτος, στην γενικότητα του
  • Στους θεσμούς του και σε όσους τους (εξ)υπηρετούν
  • Σε όσους κατέχουν αξιώματα στον κρατικό μηχανισμό
  • Στους διορισμένους, στους αποσπασμένους και στους "συμβούλους"
  • Σε όσους ζουν από κρατικό χρήμα, ονομάζοντας τον εαυτό τους "ιδιωτικό τομέα"
  • Στους καταπατητές, στους εμπρηστές, στα αυθαίρετα, στα πανωσηκώματα, στους ημιυπαίθριους. Στους κάθε είδους βρωμιστές της χώρας και της ψυχής όσων ασχολούνται με αυτήν την χώρα
  • Στους κυνηγούς και στους ψαράδες. Με την ευχή να τους μπει το ντουφεκάκι τους και το παραγαδάκι τους στον κώλο. Θα έλεγα και κάτι για το τσουτσούνι τους, αλλά δεν διαθέτουν τέτοιο πράγμα
  • Σε όσους θεωρούν τους εαυτούς τους περιούσιο λαό, απόγονους του μεγαλέξαντρου και του Περικλή
  • Σε όσους ανέχονται όλα τα παραπάνω με την δικαιολογία ότι "ναι αλλά και η Siemens έδινε μίζες"
  • Σε όσους ανέχονται όλα τα παραπάνω με την δικαιολογία ότι δεν πρέπει να κατηγορούμε την Ελλάδα, γιατί όποιος κατηγορεί την Ελλάδα την βλάπτει.

Το κάτωθεν Ποίημα είναι αφιερωμένο σε όλους όσους μπορούν να το καταλάβουν:

Γύριζε, μη σταθής ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ο ψεύτης είδωλο είν’ εδώ , το προσκυνά η πλεμπάγια,
η Αλήθεια τόπο να σταθή μια σπιθαμή δε θάβρει.
Αλάργα. Μόρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.

Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Δεν έχεις Όλυμπε θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι.
λύκοι, ω κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
κι οι χαροκόποι αδιάντροποι και πόρνη η Ρωμιοσύνη

Κωστής Παλαμάς, 1908


* * *
Υ.Γ. Εννοείται ότι αυτό είναι το τέλος αυτού του μπλογκ και της διαδικτυακής περσόνας που ονομάζεται jolly roger

Monday, 1 December 2014

Στατιστικές ευθύνες

Από μικρό παιδί αντιπαθούσα αυτήν την ηλίθια φράση με τους Παρθενώνες και τα βελανίδια - ακόμα κι αν δεν ήξερα το γιατί. Τώρα ξέρω. Την αντιπαθούσα γιατί ένιωθα από τότε ότι
όταν οι άλλοι προσεδάφιζαν δορυφόρους πάνω σε κομήτες, οι έλληνες έχτιζαν σουβλατζήδικα γύρω από έναν τάφο.
(παράφραση μιας ατάκας που διάβασα στον πιτσιρίκο)

Αμόρφωτοι τζομπαναραίοι που βλέπουν τα αρχαία μάρμαρα αποκλειστικά σαν ευκαιρία για κονόμα. Είτε λοβοτομημένα φασισταριά που προβάλλουν την αρχαιοπληξία τους σαν απόδειξη μιας ανύπαρκτης φυλετικής ανωτερότητας.

Οι κύριοι  James Evans και Christián Carman - δηλαδή δύο καθαρόαιμοι έλληνες όπως μαρτυρούν τα ονόματα τους - διδάσκουν στο πανεπιστήμιο του Puget Sound στην Tacoma. Η Tacoma, όπως όλοι ξέρουμε, είναι προάστιο της Αθήνας, ακριβώς δίπλα στα Πετράλωνα. Αυτοί οι δύο καλοί κύριοι λοιπόν δημοσίευσαν μελέτη γύρω από τον μηχανισμό των Αντικυθήρων. Την μελέτη αναδημοσιεύει το Spiegel, δηλαδή το ελληνικό περιοδικό μεγάλης κυκλοφορίας. 
Ούτε οι κύριοι Evans και Carman ούτε το κείμενο τους θα γίνουν ποτέ γνωστοί στο ελληνικό κοινό. Ας δεχτώ ότι αυτό συμβαίνει επειδή οι συγκεκριμένοι είναι παρακατιανοί επιστήμονες. Που είναι τότε οι υπέρτεροι έλληνες συνάδελφοι τους; Που είναι οι ελληνικοί τόμοι μελέτης γύρω από αυτό το μηχάνημα;

Γιατί οι έλληνες δείχνουν τόσον ενθουσιασμό για έναν τάφο και όχι για ένα τόσο καταπληκτικό μηχάνημα; 
Πρώτον η τεχνοφοβία. Ένας τάφος είναι η λατρεία του θανάτου. Για να αναλύσεις όμως ένα τεχνολογικό δημιούργημα χρειάζεσαι @@ που κανένας δεν διαθέτει στην Ελλάδα.
Δεύτερον η αμορφωσιά. Δεν μας ενδιαφέρει ο αρχαίος πολιτισμός, μας ενδιαφέρει η κονόμα. Γύρω από τον τάφο χτίζεις σουβλατζήδικα, γύρω από τον Μηχανισμό των Αντικυθήρων όχι.

Δεν θα με ενοχλούσαν τα 4000 σουβλατζήδικα (τουλάχιστον θα με ενοχλούσαν λιγότερο), αν ταυτόχρονα είχαμε 4000 βιβλιοθήκες με ελληνική βιβλιογραφία γύρω από την αρχαία μας κληρονομιά. Αν με άλλα λόγια αποδεικνύαμε - μέσω της μελέτης, της ανάλυσης και της κουλτούρας μας - ότι εμείς είμαστε οι συνεχιστές του πολιτισμού που έχτισε τον τάφο.

* * * *
Ποτέ δεν πίστεψα στην συλλογική ευθύνη. Κανενός λαού. Δεν είναι δυνατόν να φταίνε συλλογικά όλοι οι έλληνες γιά την κατάντια της χώρας.

Αλλά ούτε στην ατομική ευθύνη πιστεύω. Δεν είναι δυνατόν ο κάθε τυχαίος και ταπεινός Καραμήτρος να φταίει για όλα αυτά. Στην τελική, αν μας εξετάσεις μεμονωμένα έναν προς έναν, όλοι ταπεινοί Καραμήτροι είμαστε. Ποιος από μας μπορεί να αλλάξει μόνος του τα κακώς κείμενα;

Ναι αλλά αν δεν υπάρχει ούτε συλλογική ευθύνη ούτε ατομική ευθύνη, τότε ποιος φταίει; Κάποιος πρέπει να φταίει για όσα βιώνουμε καθημερινά. Η κατάσταση της Ελλάδας δεν οφείλεται σε κάποια θεομηνία, σε σεισμό ή στην τυχαία πτώση ενός μετεωρίτη. Άνθρωποι φταίνε.
Εκτός αν πιστεύουμε ότι όλα είναι ρόδινα. Όλα είναι τέλεια, άρα δεν φταίει κανένας.
Εκτός αν πιστεύουμε ότι για όλα φταίει ο λατσοβαρδινογιαννομπομπολας. Όχι ότι συμπαθώ τα συγκεκριμένα λουλούδια, αλλά δεν έκαναν αυτοί 4000 αιτήσεις για σουβλατζήδικα.  Ούτε έχτισαν τα 1.500.000 αυθαίρετα της Αθήνας.

Γιατί ψάχνω τόσο απεγνωσμένα να βρω τους φταίχτες; Μήπως για να τους μαστιγώσω; Όχι φυσικά. Όπως έχω ξαναγράψει, το (αυτο)μαστίγωμα είναι μια καθαρά σεξουαλική πρακτική που δεν με αφορά. Ψάχνω τους φταίχτες για να τους αποφύγω. Μόνο αν ξέρω το ποιος φταίει (και το γιατί) θα αποφύγω στο μέλλον τα ίδια λάθη.
Αλλιώς θα είμαι καταδικασμένος ισόβια να βιώνω και να ξαναβιώνω τα σημερινά χάλια της πατρίδας μου.

* * * * 
Μια διέξοδο στην αναζήτηση μου δίνουν οι στατιστικές. Από την στιγμή που δεν φταίει κανένας συλλογικά και κανένας ατομικά, προσπαθώ με βάση τις στατιστικές να καταλάβω τι πηγαίνει στραβά σ' αυτήν την χώρα.

Ξέρω, οι στατιστικές είναι αναξιόπιστες, πολλοί μπορούν να τις πλαστογραφήσουν, τα στοιχεία τους είναι ελλιπή κλπ. κλπ. Αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι καλύτερο.

Π.χ. πριν μερικές βδομάδες σχολίαζα γύρω από την ελληνική νεολαία σε μια διαδικτυακή κουβέντα με τον αγαπητό Τζων Μποη. Απεχθάνομαι να είμαι ο γεροπαράξενος από το μαπετ σόου που σχολιάζει τους νέους. Αλλά τι άλλο μπορώ να κάνω;

Στην κουβέντα, κάτι είπα περί startup. Ο Τζων μου απάντησε ότι "δεν μπορούν όλοι οι νέοι να κάνουν μια startup". ΟΚ, συμφωνώ. Αλλά γιατί μπορούν να γίνουν όλοι μπάτσοι; Έχουμε ήδη αναλογικά περισσότερους μπάτσους από την Γερμανία. Έχουμε περισσότερους τραπεζιτικούς υπάλληλους (και αναλογικά και σε απόλυτα νούμερα) από την Ελβετία. Έχουμε περισσότερους μεσίτες. Περισσότερους άνεργους, περισσότερους "μάνατζερ", περισσότερους αεριτζήδες, περισσότερους εργολάβους. 

Σε οτιδήποτε είναι παρασιτικό και άχρηστο, έχουμε τους περισσότερους. Σε οτιδήποτε είναι παραγωγικό έχουμε είτε κανέναν είτε τους λιγότερους. Γιατί συμβαίνει αυτό; Τυχαίο είναι;
Γιατί είναι τόσο δύσκολο να φτιάξεις μια startup και τόσο εύκολο να γίνεις μπάτσος στην Ελλάδα;

Ναι, δεν φταίει κανένας ατομικά και κανένας συλλογικά. Αλλά η στατιστική είναι εκεί. Αμείλικτα νούμερα. Στοιχεία. Μια πραγματικότητα που θα έπρεπε να μας σοκάρει. Κάποιος πρέπει να φταίει τελικά γι' αυτήν την πραγματικότητα. Όσο δεν τον βρίσκουμε (τι να βρούμε; εδώ δεν θέλουμε ούτε να τον ψάξουμε καν) δεν πρόκειται να διορθωθεί τίποτα.
 
Στο κάτω κάτω, προτιμώ να ζω σε μια χώρα με 80.000 startups παρά με 80.000 μπάτσους (τόσους έχουμε). Ακόμα και αν όλες οι startups αποδειχτούν αποτυχημένες, πάλι πιο δημιουργικές από τους μπάτσους θα είναι.

Η κάθε στατιστική - ιδίως αυτές που αναδεικνύουν τα αρνητικά μας - θα έπρεπε να αναλύεται. Να συζητιέται από όλους μας. Με το ίδιο πάθος και τον ίδιο ενθουσιασμό που αναλύουμε τα ευρήματα σε έναν τάφο.
Ίσως αυτό θα ήταν μια κάποια λύση.